θέω

θέω
(I)
θέω και επικ. τ. θείω και αιολ. τ. θεύω (Α)
1. (για πρόσ. και ζώα) τρέχω, προχωρώ γρήγορα
2. αγωνίζομαι, μάχομαι για κάτι
3. (για πτηνά) πετώ
4. (για πλοία) πλέω γρήγορα
4. (για πέτρα) κυλιέμαι, κινούμαι γρήγορα
5. (για τον κεραμεικό τροχό) γυρίζω γρήγορα
6. (για φλέβα) διακλαδίζομαι
7. περιβάλλω, περιτρέχω.
[ΕΤΥΜΟΛ. θέω < θέF-ω (πρβλ. μέλλ. θεύ-σομαι). Ανάγεται σε ΙΕ ρίζα *dheu-«τρέχω, ρέω». Ο ενεργητικός τ. της αρχ. ινδ. dhāvati «τρέχει, ρέει» εμφανίζει μακρό φωνήεν θέματος. Πλήρη φωνητική αναλογία παρουσιάζει ο αντίστοιχος μέσος τ. της αρχ. ινδ. dhăvate, που διαφέρει όμως κατά τη διάθεση. Η βραχύτητα τού θεματικού φωνήεντος στη μέση φωνή της αρχ. ινδ. οδήγησε στην υπόθεση ότι ο δυσερμήνευτος τ. τής προστακτικής τής γλώσσας τού Ησυχίου θευ
δεύρο, τρέχε προήλθε ίσως από αμάρτυρο μέσο τ. *θεFεο. Αμφίβολη η σύνδεση τού ρ. με το αρχ. άνω γερμ. tou, το αρχ. σκανδ.-ισλ. dŏgg και το πρωτογερμ. *dau(w)a, που σημαίνουν «δρόσος». Δεν μαρτυρούνται παρ. από το θ. θεF-. Ο τ. θεύσις είναι μάλλον επινόημα τού Λατίνου Στωικού φιλοσόφου Κορνούτου στην προσπάθεια του να (παρ)ετυμολογήσει τη λ. θεός. Την ετεροιωμένη βαθμίδα θoF-εμφανίζει το παρ. επίθ. θοός «ταχύς» (< θoF-ός). Από την έκφραση (επί) βοήν θειν προήλθε η λ. βοη-θόος* «αυτός που προστρέχει στην κραυγή για βοήθεια», απ' όπου σχηματίστηκε το ρ. βοηθώ (βοη-θέω* < βοη-θοέω με υφαίρεση < βοη-θόος), το οποίο έδωσε υποχωρητικά το βοηθός*. Την ετεροιωμένη βαθμίδα τής ρίζας θoF-εμφανίζει και το βοήθεια (< *βοή-θοια με αναλογικό μεταπλασμό τού -ο- σε -ε- κατά το βοηθέω < βo[F]a-θo[F]-ıa. Τα σύνθ. αυτά είναι τα μόνα που απέμειναν από το ρ. θέω στη Νέα Ελληνική. Το ρ. εκτοπίστηκε από το τρέχω, αφού συνυπήρξαν επί μακρόν στην Αρχαία Ελληνική.
ΣΥΝΘ. αρχ. αναθέω, αποθέω, διαθέω, καταθέω, παραθέω].
————————
(II)
θέω (Α)
αποτελώ λευκή γραμμή, λάμπω, αστράφτω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Είναι αμφίβολο αν πρόκειται για όντως ανεξάρτητο ρ. ή για υστερογενή σχηματισμό από παρερμηνεία ενός παρ. τού λευκός. Συγκεκριμένα στον Ησίοδο (Ασπίς Ηρακλέους, 146) μαρτυρείται η μτχ. θεόντων στη φράση οδόντων λευκά θεόντων «δοντιών που έλαμπαν λευκά». Η ίδια μτχ. μαρτυρείται με την ίδια σημασία «λαμπερός, γυαλιστερός» στον μτγν. ποιητή Θεόκριτο (25, 158) στη φράση υλῄ χλωρᾴ. θεούσῃ καθώς και στην επιγραφική (I.G. 1046, 83) στη φράση ποίην... χλωρά θέουσαν. Υπάρχουν, επίσης, οι γλώσσες τού Ησυχίου θοόν·...λαμπρόν και θοώσαι·...λαμπρύναι. Παρ' όλο που οι ανωτέρω μαρτυρίες μπορούν να οδηγήσουν στο να θεωρηθεί ο τύπος αυτοτελής, δεν στερείται εντούτοις βάσεως και η αντίθετη άποψη, ότι δηλ. η παλαιότερα μαρτυρούμενη φράση τού Ησιόδου πρέπει να αναγνωσθεί οδόντων λευκαθεόντων, οπότε η μτχ. είναι μεταπλασμένος τ. για μετρικούς λόγους τού *λευκαθόντων, μτχ. τού *λευκάθω (αντί τού λευκαθίζω «έχω λαμπερό λευκό χρώμα» < λευκός, συγγενούς και τού κύριου ον. Λευκοθέα). Στην περίπτωση αυτή όλοι οι μτγν. τ. προέρχονται από εσφαλμένη θεώρηση τής εν λόγῳ μτχ. ως συνθέτου].

Dictionary of Greek. 2013.

См. также в других словарях:

  • θέω — dhávate pres subj act 1st sg (epic doric ionic aeolic) θέω dhávate pres ind act 1st sg (epic doric ionic aeolic parad form) θεον of twelve Gods neut nom/voc/acc dual θεον of twelve Gods neut gen sg (doric aeolic) τίθημι p aor subj act 1st sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεώ — θεῶ, όω (ΑΜ) βλ. θεώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. Προφανώς < υποτακτ. θεωθώ του παθ. αορ. εθεώθην του ρ. θεούμαι] …   Dictionary of Greek

  • θεῶ — θεάομαι gaze at pres imperat mp 2nd sg θεάομαι gaze at imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic) θεάω gaze at pres imperat mp 2nd sg θεάω gaze at pres subj act 1st sg (attic epic ionic) θεάω gaze at pres ind act 1st sg (attic epic ionic) θεάω gaze at… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεῷ — θεάω gaze at pres opt act 3rd sg θεός God masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεώ — θεός God masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θέῳ — θεον of twelve Gods neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεῖσθον — θέω dhávate pres imperat mid 2nd dual (attic epic) θέω dhávate pres opt mid 2nd dual (attic epic ionic) θέω dhávate pres ind mid 3rd dual (attic epic) θέω dhávate pres ind mid 2nd dual (attic epic) θέω dhávate imperf ind mid 2nd dual (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεῖ — θέω dhávate pres imperat act 2nd sg (attic epic) θέω dhávate pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) θέω dhávate pres ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic) θέω dhávate imperf ind act 3rd sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεῖον — θέω dhávate pres part act masc voc sg (epic) θέω dhávate pres part act neut nom/voc/acc sg (epic) θέω dhávate imperf ind act 3rd pl (epic) θέω dhávate imperf ind act 1st sg (epic) θεῖος 1 of masc acc sg θεῖος 1 of neut nom/voc/acc sg θεῖος 2 one… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεῖσθε — θέω dhávate pres imperat mid 2nd pl (attic epic) θέω dhávate pres opt mid 2nd pl (attic epic ionic) θέω dhávate pres ind mid 2nd pl (attic epic) θέω dhávate imperf ind mid 2nd pl (attic epic) τίθημι p aor opt mid 2nd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»